Στα 75.000 ευρώ ανέρχεται η εισφορά της χώρας μας στο ... πρόγραμμα PISA

Περίπου στα 75-78.000 ευρώ ανέρχεται η εισφορά της χώρας μας στο πρόγραμμα PISA (Programme for International Student Assessment) του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Συγκεκριμένα για το έτος 2012 το ποσό έφθασε τα 74.620 ευρώ, το 2013 τα 76.950 ευρώ, ενώ το 2014 η αναλογούσα εισφορά ανήλθε στα 77.800 ευρώ. Αν προσθέσουμε τα έξοδα μετακίνησης για την ενημέρωση στελεχών του υπουργείου Παιδείας αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ποσό ξεπερνά τις 80.000 ευρώ το χρόνο.
Ο διαγωνισμός PISA 2015 θα πραγματοποιηθεί το διάστημα από τις 2 Μαρτίου 2015 έως και 3 Απριλίου 2015 και θα συμμετάσχουν 231 δημόσια και ιδιωτικά Γυμνάσια, Γενικά Λύκεια και Επαγγελματικά Λύκεια ανά την Ελλάδα. Τα σχολεία αυτά έχουν επιλεγεί με τυχαία δειγματοληψία. Η συμμετοχή των σχολικών μονάδων στην έρευνα είναι υποχρεωτική. Η έρευνα που αποτελείται από ένα γνωστικό τεστ και ένα ερωτηματολόγιο θα διεξαχθεί ηλεκτρονικά στο Σχολικό Εργαστήριο Πληροφορικής και Εφαρμογών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (Σ.Ε.Π.Ε.Η.Υ.) των σχολικών μονάδων.
Η έκτη έρευνα PISA θα εστιάζει στον εγγραμματισμό στις Φυσικές Επιστήμες. Στο PISA 2015 θα διερευνηθούν, επίσης, αλλά με συνοπτικότερο τρόπο, το γνωστικό επίπεδο και οι δεξιότητες των μαθητών στην Κατανόηση Κειμένου, στα Μαθηματικά, καθώς και, για πρώτη φορά, στη Συνεργατική Επίλυση Προβλήματος. Η έρευνα PISA 2015 θα διεξαχθεί στη χώρα μας μόνο ηλεκτρονικά και αναμένεται να συμμετάσχουν σε αυτή περισσότερες από 70 χώρες (οι μισές, περίπου, από τις οποίες είναι χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ). Από την Ελλάδα θα λάβουν μέρος, όπως προειπώθηκε, 231 σχολεία και περίπου 6.300 μαθητές ενώ το 2012 είχαν πάρει μέρος 192 σχολεία και περίπου 5000 μαθητές.

Η ΕΛΜΕ Καρδίτσας σε ανακοίνωσή της αναφέρει μεταξύ των άλλων ότι «για να διατηρεί η χώρα μας το δικαίωμα συμμετοχής σ’ αυτόν τον, ανά τριετία, διαγωνισμό, πληρώνει περίπου 90.000 ευρώ το χρόνο (στοιχεία του 2009). Σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν και οι δαπάνες (130.000 ευρώ επιπλέον τη χρονιά της διεξαγωγής) για τα διάφορα σεμινάρια, από τους εγχώριους διαφημιστές του PISA, με σκοπό τη διασπορά της καλής του φήμης και την ενίσχυση της τεχνοκρατικής αντίληψης για την εκπαίδευση. Έτσι διαφημίζεται η εμπειρογνωμοσύνη των φορέων που υποστηρίζουν αυτόν τον διαγωνισμό και έχει ανάλογη τιμή στην αγορά. Η Ελλάδα συνεισέφερε το 2014 το 1% του προϋπολογισμού του ΟΟΣΑ. Ο προϋπολογισμός αυτός ήταν 357.000.000 ευρώ, οπότε δώσαμε 3.570.000 ευρώ (αναφέρεται στο επίσημο site του ΟΟΣΑ). Σήμερα ο ΟΟΣΑ βρίσκεται πάλι εδώ, μετά από πρόσκληση της νέας κυβέρνησης για να «βοηθήσει».

Η ΕΛΜΕ τονίζει ότι «πρόκειται για έναν διαγωνισμό, που είναι κομμένος στα μέτρα του ΟΟΣΑ, υπηρετεί τις αρχές του και μας έχει γίνει ιδιαίτερα γνωστός, λόγω της γνωστής «εργαλειοθήκης» του, η οποία επιβάλλει πολιτικές άγριας λιτότητας και περικοπών στα κοινωνικά αγαθά, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας. Την εφαρμογή των πολιτικών προτάσεων του ΟΟΣΑ στην Εκπαίδευση τη νιώσαμε καλά τα τελευταία πέντε χρόνια: οι συγχωνεύσεις σχολείων, η αύξηση ωραρίου, η γνωστή κακόφημη «αξιολόγηση» για την κατηγοριοποίηση σχολείων και εκπαιδευτικών, η μισθολογική καθήλωση , οι απολύσεις, για να γίνουμε (τάχα) πιο «ανταγωνιστικοί», είναι δικής του έμπνευσης. Όλα τα δικαιώματα που χάσαμε σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, τόσο οι εκπαιδευτικοί, όσο και όλοι οι εργαζόμενοι, περιέχονταν στις οδηγίες του ΟΟΣΑ και των ακριβοπληρωμένων συμβούλων του».

Στην κατακλείδα της ανακοίνωσης που έχει αναρτηθεί στο δικτυακό της τόπο η ΕΛΜΕ Καρδίτσας αναφέρει τα ακόλουθα:
«Γνωρίζουμε πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν είναι αυτό που θα θέλαμε για τα παιδιά μας. Γνωρίζουμε πως τα σχολεία μας ασφυκτιούν από την έλλειψη πόρων και έχουν τραυματιστεί βαριά όλες οι εκπαιδευτικές βαθμίδες από τις καταστροφικές πολιτικές, ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία. Αποτελεί χρέος μας η αντιστροφή της φθίνουσας πορείας της εκπαίδευσης. Θεωρούμε όμως ότι οδηγός στην προσπάθεια για βελτίωσή της εκπαίδευσης δεν μπορεί να είναι οι κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και γενικότερα η φιλοσοφία και οι επιδιώξεις των δυνάμεων της αγοράς, αλλά η ανάγκη για τη διαμόρφωσης μιας ευρύτερης μορφωτικής πολιτικής, που θα στοχεύει στην πολιτιστική ενδυνάμωση και τη μορφωτική χειραφέτηση όλων των παιδιών και ιδιαίτερα των παιδιών των λαϊκών στρωμάτων και της εργατικής τάξης. Σ’ αυτή την κατεύθυνση πρέπει να αξιοποιηθούν και οι τεκμηριωμένες θέσεις και προτάσεις του εκπαιδευτικού κινήματος, που συμβαδίζουν με τις ανάγκες και τα οράματα του λαού μας».

Posted in ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ and tagged .

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *