Επιστολή στο Υπουργείο από το Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο του Πανεπιστημίου Κρήτης

Αξιότιμε κε υπουργέ, κε Μπαλτά,
Αξιότιμε κε αναπληρωτή υπουργέ, κε Κουράκη,
Αξιότιμε κε Πρόεδρε της ΔΕΠΠΣ, κε Τσελφέ,

τις τελευταίες μέρες διαβάζουμε διάφορα δημοσιεύματα για αλλαγές στο θεσμό των Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων και στο νομοθετικό τους πλαίσιο (ν. 3966/2011). Επειδή υπηρετούμε το θεσμό αυτό, τουλάχιστον οι περισσότεροι από εμάς, και τα τέσσερα χρόνια της ισχύος του, θεωρούμε ότι κάποιον λόγο μπορούμε και οφείλουμε να αρθρώσουμε για αυτόν και τις επικείμενες αλλαγές, αν και κανένας δε μας το ζήτησε.

Η επιστολή μας, λοιπόν, αυτή περισσότερο στοχεύει στην πρόκληση διαλόγου και ανάπτυξη προβληματισμού. Αποφασίσαμε μάλιστα να τη γράψουμε, γιατί πιστεύουμε ότι την απευθύνουμε σε ευήκοα ώτα που μπορούν να μοιραστούν τις σκέψεις μας.   

Χωρίς καθόλου να θέλουμε να υπεραμυνθούμε του παλιού νομοθετικού πλαισίου που ενοποίησε Πρότυπα και Πειραματικά Σχολεία, τώρα που βρισκόμαστε προ των πυλών της κατάργησής του έχουμε να κάνουμε μια πρώτη, μάλλον θλιβερή, διαπίστωση.

Πάλι βρισκόμαστε μπροστά σε μια αλλαγή ενός θεσμικού πλαισίου χωρίς να έχει προηγηθεί αξιολόγησή του, πάλι ασκείται εκπαιδευτική πολιτική χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική έρευνα.

Ίσως και χωρίς συνολικότερο εκπαιδευτικό σχεδιασμό. Όπως, δηλαδή, η κατάθεση του νόμου 3966 το 2011 «συνάντησε πολλές και σοβαρές ενστάσεις από εκπαιδευτικούς και μελετητές της εκπαίδευσης οι οποίες δεν ελήφθησαν καθόλου υπόψη» (βλ. απάντηση υπουργού στην ερώτηση με αριθμό 172/20-02-2015), φοβόμαστε τώρα την κατάθεση ενός νέου νόμου χωρίς ορθολογικό διάλογο με τους ανθρώπους που δούλεψαν τέσσερα χρόνια στο πλαίσιο αυτό (εκπαιδευτικούς και μέλη ΕΠΕΣ), χωρίς συναινέσεις, χωρίς αξιολογικά στοιχεία και ερευνητικά δεδομένα.

Και δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί γίνεται αυτό, και μάλιστα με σπουδή, εφόσον υπάρχει η δημοκρατική λύση της αυτόνομης απόφασης από τα ίδια τα σχολεία, κάτι που άλλωστε προβλέπεται από το νομοθετικό πλαίσιο του ν.3966/2011.

Βεβαίως, ο κος υπουργός προλαβαίνοντας αυτή την πρώτη μας διαπίστωση σπεύδει στην ίδια γραπτή απάντησή του να διαβεβαιώσει ότι «η μέχρι σήμερα λειτουργία των Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων προφανώς θα αξιολογηθεί».

Πότε όμως; Αφού κατατεθεί, σε λίγες μέρες, το πολυνομοσχέδιο για την εκπαίδευση, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, θα δημιουργήσει πρόωρα “τετελεσμένα” σε ό,τι αφορά τον θεσμό ή κάποιες παραμέτρους του; Γιατί ως τότε είναι προφανώς πρακτικά αδύνατο να γίνει αξιολόγηση.

Και αν διαπιστωθεί από την –εκ των υστέρων- αξιολόγηση ότι λειτούργησαν τα σχολεία αυτά καλά ή είχαν θετικό αντίκτυπο στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, τι θα γίνει;

Θα ξανα-αλλάξει το πλαίσιο;

Εκτός αν έχουμε προδικάσει τα αρνητικά αποτελέσματα της αξιολόγησης! Και μια τέτοια υποψία μάλλον γεννάται δικαιολογημένα από την ίδια απάντηση του υπουργού, στο σημείο που υπόσχεται ότι, σε διάλογο με όλους τους κοινωνικούς εταίρους, θα προσδιοριστούν τα κριτήρια αξιολόγησης, εκτός από ένα μόνο κριτήριο ήδη προκαθορισμένο (από ποιον άραγε;): την επίδραση της λειτουργίας των σχολείων αυτών στην ενίσχυση της παραπαιδείας, που ενδεχομένως μάλιστα μπορεί να μην σχετίζεται τόσο με τον θεσμό των Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων αυτό καθ' εαυτό, όσο με συγκεκριμένες, συγκυριακές επιλογές διοικητικών παραγόντων (όπως για παράδειγμα η φύση των θεμάτων των εξετάσεων εισαγωγής στα σχολεία αυτά), που είναι δέον, βεβαίως, να αξιολογηθούν αντικειμενικά.

Ας προχωρήσουμε όμως πέρα από την πρώτη αυτή διαπίστωση που αφορά κυρίως τον τρόπο διαμόρφωσης του νέου πλαισίου κι ας φτάσουμε στο ίδιο το περιεχόμενό του, έτσι όπως προαναγγέλλεται και από την ίδια απάντηση του υπουργού, αλλά και από την επιστολή του αναπληρωτή υπουργού σε πέντε συγκεκριμένα Πρότυπα Πειραματικά σχολεία.

Από τις πρώτες δηλώσεις όλων σας με την ανάληψη των καθηκόντων σας, καθένας μας διείδε μια αντίθεση με τα Πρότυπα σχολεία, καθώς και την έννοια της αριστείας και του ελιτισμού που αντιπροσωπεύουν

. «Η αριστεία είναι παιδί της κρίσης» δήλωσε μόλις πριν πολύ λίγες μέρες ο κος Τσελφές.

Μια ξεκάθαρη ιδεολογική θέση η οποία, πράγματι, μπορεί να στηρίξει μια πολιτική απόφαση κατάργησης των σχολείων αυτών, απόλυτα σεβαστή.

Το ίδιο άλλωστε έγινε το 1985, όταν όλα τα σχολεία της χώρας που ως τότε λειτουργούσαν ως Πρότυπα μετατράπηκαν σε Πειραματικά.

Τώρα όμως δεν λαμβάνεται απόφαση κατάργησης όλων των Πρότυπων Σχολείων, αλλά διατήρησης πέντε εξ αυτών, με βασικό μάλιστα κριτήριο την «ιστορικότητά» τους. Κι αναρωτιέται κανείς, δικαίως, πώς αποτιμάται ή μετριέται η ιστορικότητα, με ποια κριτήρια (θεωρώντας ότι το έτος ίδρυσης ενός σχολείου δεν αρκεί).

Ταυτόχρονα μάλιστα εύλογα σκέφτεται κανείς πόσο εύκολα μπορούν να μπουν σχολεία της ίδιας περιοχής σε μεγάλο ανταγωνισμό για το ποιο είναι πιο «ιστορικό» (βλ. επιστολή καθηγητών από το Ζάννειο ΓΕΛ Πειραιά). Κι ακόμα μπορούμε να σκεφτούμε ότι τα Πρότυπα που διατηρούνται (Ιωνίδειος, Βαρβάκειος, κτλ.) συγκροτήθηκαν ακριβώς πάνω στη βάση της λογικής των ελίτ κι όταν μάλιστα περιοριστεί ο αριθμός τους τόσο πολύ (γίνουν μόνο πέντε σε όλη την Ελλάδα) θα μείνουν πράγματι ως η ελίτ των ελίτ, μια υπερ-ελίτ εντελώς αντίθετη στις ιδεολογικές θέσεις που έχετε όλοι σας κατά καιρούς εκφράσει.   

Αν όμως πάλι –σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό που θα γίνει- θεωρήσουμε ότι χρειάζονται τα Πρότυπα σχολεία και γι’ αυτό άλλωστε εξακολουθούν τα πέντε από αυτά τη λειτουργία τους «συμπληρωματικά στο εκπαιδευτικό σύστημα, ως η βέλτιστη εκδοχή του» (βλ. παραπάνω απάντηση του κου υπουργού), είναι απαραίτητο να είναι αρκετά και να είναι διασπαρμένα σε όλες τις περιφέρειες της χώρας. Ακριβώς όπως τα Μουσικά, Καλλιτεχνικά ή Αθλητικά σχολεία είναι ειδικά σχολεία, που επιλέγουν τους μαθητές τους με ειδικές εξετάσεις αλιεύοντας μαθητές με ιδιαίτερες κλίσεις στους αντίστοιχους τομείς, είναι (επαρκώς;) αρκετά στον αριθμό και διασπαρμένα σε όλη την Ελλάδα.

Στο ερώτημα αν χρειάζονται ή όχι τα Πρότυπα σχολεία στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία (γιατί για τα Πειραματικά δε φαίνεται να έχει κανείς αντίρρηση ούτε μάλλον και για το διαχωρισμό σε Πρότυπα και Πειραματικά, εφόσον φαίνεται πειστικό το επιχείρημα ότι ο πειραματισμός απαιτεί τυχαίο δείγμα κι όχι πληθυσμό αρίστων) πρέπει να δοθεί μια νηφάλια και κυρίως επιστημονική απάντηση, ως μέρος ενός ευρύτερου εκπαιδευτικού σχεδιασμού.

Στο πλαίσιο του ίδιου σχεδιασμού φρονούμε ότι θα πρέπει να διαμορφωθεί και απάντηση στο τι περιμένουμε από τα Πειραματικά σχολεία, τι δομές αυτά συνεπάγονται, τι απαιτήσεις εγείρονται από την εκπαιδευτική διοίκηση, από τα Πανεπιστήμια, από τους εκπαιδευτικούς, τι δυνατότητες διαφαίνονται και, συνεπώς, ποια θα πρέπει να είναι η θεσμική, εκπαιδευτική και διοικητική τους μορφή εντός του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.

Και κυρίως πώς θα αξιοποιείται η γνώση η οποία παράγεται σε ένα Πειραματικό Σχολείο (κεφάλαιο πάντα ως τώρα χαμένο).

Στις απαντήσεις αυτές θεωρούμε ότι μπορούν σημαντικά να συμβάλουν τα ευρήματα επιστημονικής αξιολογικής έρευνας που θα αποτιμήσει τη τετραετή λειτουργία των Πρότυπων Πειραματικών σχολείων και θα φωτίσει τόσο τις δυνατότητες που έδωσαν όσο και τις αδυναμίες που είχαν και τα προβλήματα που πιθανόν δημιούργησαν.

Η εμπειρία όλων όσοι έζησαν από κοντά το θεσμό αυτό (μαθητών και γονιών), συνεργάστηκαν σε αυτόν, ως εργαζόμενοι (εκπαιδευτικοί, των διευθυντών μη εξαιρουμένων) ή προσφέροντας αμισθί επί τέσσερα χρόνια τις υπηρεσίες τους σε αυτόν (προέδρων ΕΠΕΣ και σχολικών συμβούλων), θεωρούμε ότι είναι πολύτιμη και πρέπει να αξιοποιηθεί σε μια τέτοια αξιολογική έρευνα, ειδικά, αφού σε κάποια από αυτά και εκπαιδευτικές προτάσεις διαμορφώθηκαν και εφαρμόσθηκαν για να αξιολογηθούν στην πράξη, αλλά και καινοτόμες παιδαγωγικές αρχές δοκιμάστηκαν, συμβάλλοντας στην αναζωογονητική δυναμική που κάθε εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να έχει.

Αυτές οι αξιολογικές διαδικασίες, βέβαια, απαιτούν έρευνα και επομένως χρόνο και αντίκεινται στη λογική των βιαστικών και παρορμητικών αποφάσεων, όπως και των πιέσεων από κοινωνικές ομάδες με ίδια συμφέροντα.  

Κλείνοντας θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε ότι ο χώρος της εκπαίδευσης είναι από αυτούς που έχουν υποφέρει πολύ από την κρίση, αλλά και πριν από αυτήν.

Υποφέρει κυρίως από έλλειψη ευρύτερου σχεδιασμού και από συγκυριακές και αποσπασματικές πολιτικές με μεγάλες εσωτερικές αντινομίες και συγκρούσεις.

Είναι καιρός πια για μακρόπνοους σχεδιασμούς που θα προέλθουν από αξιολογικές έρευνες, χωρίς ιδεοληψίες και προκαταλήψεις, και κυρίως για εκπαιδευτική πολιτική χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις, αλλά με συνέπεια και συνοχή.

Οτιδήποτε άλλο, προς όποια ιδεολογική κατεύθυνση κι αν κινηθεί, όσο προοδευτικό κι αν είναι, ουσιαστικά θα αναπαράγει παλιές πολιτικές και πρακτικές.

Με τιμή,
Από το Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο του Πανεπιστημίου Κρήτης
Η Πρόεδρος του ΕΠΕΣ
Κατσαρού Ελένη, Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης
Η Σύμβουλος Παιδαγωγικής Καθοδήγησης
Καψάσκη Αγγελική

Ο Διευθυντής
Μαρκαντές Ιωάννης

Οι εκπαιδευτικοί
 Αναγνωστάκις Μανόλης
Σπυριδάκη Ιωάννα
Πετράκη Ειρήνη
Στράντζαλος Θανάσης
Δαργέντα Δέσποινα/ Ελένη
Ρηγάκη Αναστασία
Σκανδαλάκη Στυλιανή
Τομζάς Παύλος
Δρανδάκη Αθηνά
Παπαδοπούλου Πολυτίμη
Κακόγιαννη Κατερίνα
Ρόκα Ελένη
Σκαρπέντζος Νικόλαος
Προκοπάκη Πολυξένη
Πατεράκη Άννα
Γιαννακουδάκη Φωτεινή
Αρσενάκης Αρσένης
Γουργολίτσα Μαίρη
Κωφοπούλου Ιγνατία
Παναγιωτάκη Ελένη
Φαρσάρης Ιάσων
Δημητριάδη Κυριακή

Από το Πρότυπο Πειραματικό Λύκειο Πανεπιστημίου Κρήτης
Οι εκπαιδευτικοί

 Δεικτάκη Αναστασία
Μπεϊκάκη Κασσάνδρα
Βογιατζή Ειρήνη
Πολάκη Μαρία
Καρινιωτάκη Μαρία
 

Posted in ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ and tagged .

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *